O ANΘΡΩΠΟΣ‏




Ο άνθρωπος είναι ίσως το πλάσμα το περισσότερο παγιδευμένο στα παιχνίδια της Μάγια. Αυτό συμβαίνει γιατί, με βάση την εξελικτική κλίμακα, υπάρχει σ’ αυτόν κάτι από πέτρα, κάτι από φυτό, κάτι από ζώο και κάτι που τον προσδιορίζει ως άνθρωπο. Από τις πέτρες έχει το σώμα του, γι’ αυτό  η υλική του σύσταση δεν διαφέρει σε τίποτα απ’ αυτήν της πέτρας στη γη. Από τα φυτά έχει τη δυνατότητα της ζωής και της ανάπτυξης. Με τα ζώα μοιράζεται τον αισθητό κόσμο. Και η νόηση εμφανίζεται ως αποκλειστικά ανθρώπινη, αν και δεν έχει ακόμα τελειοποιηθεί όσο το σώμα, η ζωτικότητα ή οι συγκινήσεις μας.


Ο νους βρίσκεται σε πορεία ανάπτυξης. Ο νους είναι νέος, αδύνατος από πολλές απόψεις και εξαπατάται εύκολα πέφτοντας με το παραμικρό στα δίχτυα της ψευδαίσθησης. Έτσι, ο άνθρωπος έχει τα πλεονεκτήματα και τα προβλήματα των τριών κόσμων που προηγούνται στη σκάλα της ζωής. Μεταξύ των προβλημάτων, είναι το να πολλαπλασιαστεί επί 3 (εξαιτίας των τριών κόσμων) η πιθανότητα να πέσει ο άνθρωπος στα δίχτυα της Μάγια. Ο άνθρωπος πέφτει όπως οι πέτρες, όπως τα φυτά, όπως τα ζώα και ως άνθρωπος καθαυτός. Όμως, αυτή η συμμετοχή μαζί με τα γνωστά ζωτικά βασίλεια δεν είναι η μοναδική αιτία που κάνει τον άνθρωπο παιχνίδι της ψευδαίσθησης.

Ένα αποφασιστικό στοιχείο σ’ αυτό το ζήτημα είναι η αστάθεια της ανθρώπινης κατάστασης. Ας φανταστούμε έναν άνθρωπο έτοιμο να χάσει την ισορροπία του, ο οποίος προσπαθεί να αναρριχηθεί σ’ ένα βουνό που βρίσκεται στη μέση του δρόμου. Του είναι το ίδιο να ανέβει ή να κατέβει, γιατί η απόσταση που έχει ήδη διατρέξει κι αυτή που του απομένει ακόμα είναι ίδιες. Όμως, τα πόδια του τρέμουν, χωρίς να συναντούν στήριγμα, και τα χέρια του γαντζώνονται, χωρίς να κατορθώνουν να σταθούν κάπου στέρεα.

Ο άνθρωπος είναι παγιδευμένος μεταξύ κάποιων ποδιών που δεν τον στηρίζουν πια και κάποιων χεριών που δεν μπορούν να τον βοηθήσουν και τόσο, για ν’ ανεβεί. Ο άνθρωπος είναι σταυρωμένος στο χώρο: με τα πόδια σε μια γη και τα χέρια σ’ έναν ουρανό που δεν επαρκούν για να εξαλείψουν την ψεύτικη ισορροπία του ενδιάμεσου χώρου. Ωστόσο, το πιο εύκολο στο παράδειγμα του παγιδευμένου ανθρώπου είναι να πέσει κι όχι να ανεβεί...

Το κομμάτι του δρόμου που διανύθηκε είναι συγκρίσιμο με την εξέλιξη που πραγματοποίησε ο άνθρωπος, με όλες του τις εμπειρίες που συσσώρευσε σαν πέτρα, φυτό, ζώο κι ακόμα σαν άνθρωπος. Το κομμάτι που μένει να διανυθεί είναι αυτό που υπολείπεται στην εξελικτική πορεία. Αν προσδιορίσουμε το δρόμο που διανύθηκε με την υλική εμπειρία και το δρόμο που απομένει να διατρέξουμε με την πνευματική εμπειρία, θα δούμε καθαρά γιατί είναι πιο εύκολο να πέσουμε παρά να ανεβούμε...

Η δύναμη της βαρύτητας της ύλης είναι μεγαλύτερη γι’ αυτόν τον ενδιάμεσο άνθρωπο, απ’ ότι η δύναμη έλξης του πνεύματος. Από το μέσο σημείο του -που δεν είναι αυτό της ισορροπίας- ο άνθρωπος αισθάνεται περισσότερο δεμένος με την κατάσταση της πέτρας, του δέντρου ή του ζώου, παρά με το θείο μέλος του πνευματικού όντος. Αν και ποθεί την εξέλιξη, είναι πολλή η δουλειά που θα πρέπει να φέρει εις πέρας. Αν και θέλει να γίνει καλύτερος, φοβάται ν’ αφήσει κατά μέρος όλα όσα εκπροσώπησαν τη ζωή του μέχρι τώρα. Θέλει, μέσα στην τύφλωσή του που προκλήθηκε από τη Μάγια, να γίνει θεός, χωρίς να πάψει να είναι άνθρωπος. Είναι σαν να θέλει η πέτρα να γίνει φυτό, χωρίς όμως ν’ απελευθερωθεί από την ακίνητη βαρύτητα του σώματός της. Είναι σαν να θέλει το δέντρο να γίνει ζώο, χωρίς όμως να αποχωριστεί  από τις ρίζες του στη γη.

Η λύση αυτής της κατάστασης της αβέβαιης ισορροπίας θα επέλθει αναγκαστικά με μια θυσία του ανθρώπου. Για ν’ ανέβουμε στο βουνό και να μπορέσουμε να χρησιμοποιήσουμε τα χέρια με ελευθερία, θα πρέπει να απαλλαγούμε από όλα τα επιφανειακά στοιχεία. Όλα είναι περιττά την ώρα της ανάβασης. Αυτό που ήταν στήριγμα για ένα μέρος του δρόμου, μετατρέπεται σε βαρύ φορτίο στη συνέχεια. Για να γίνουμε άνθρωποι, δεν μπορούμε να συμπεριφερόμαστε ούτε σαν πέτρα ούτε σαν φυτό ούτε σαν ζώο. Αυτά είναι πράγματα του παρελθόντος, που μπορούν μεν να χρησιμοποιηθούν στο παρόν, δεν μπορούν όμως να μας εξουσιάζουν στο παρόν... Για να γίνουμε υπεράνθρωποι, θα πρέπει να πάψουμε να είμαστε άνθρωποι.
Για να εκπληρώσουμε αυτό που προστάζει η αρχέγονη φωνή της ψυχής με το κάλεσμα που έρχεται από μακριά και μας υποχρεώνει να κάνουμε ένα βήμα παραπάνω, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε την ψεύτικη ισορροπία του σταυρού στο χώρο. Με μια λέξη: θα πρέπει να αποφασίσουμε, θα πρέπει να κάνουμε τις επιλογές μας, θα πρέπει να διαλέξουμε. Γι’ αυτό η Μάγια παίζει με τους ανθρώπους, τους αιώνια Αναποφάσιστους. Και, για να παίξει καλύτερα, αυξάνει όλο και περισσότερο την αίσθηση της αστάθειας, κατά την οποία όλες οι κλωστές αυτού του διχτυού των ψευδαισθήσεων μοιάζουν με σανίδες σωτηρίας... που έχουν μεγάλη αντίσταση, όπως και το δίχτυ της αράχνης, που υπάρχει στην πραγματικότητα. Γι’ αυτό, η Μάγια παίζει με τα αισθήματά μας και το νεανικό μας νου και μας κάνει να δούμε αυτό που δεν υπάρχει.

Οι αισθήσεις μας απατούν, όχι γιατί αυτές λειτουργούν άσχημα, αλλά γιατί τις παραχωρούμε περισσότερη αξία απ’ όση έχουν. Η αφή, η ακοή, η όραση, η γεύση και η όσφρηση είναι χρήσιμες για να μετρήσουμε συγκεκριμένα στοιχεία του κόσμου που μας περιβάλλει και για να τα εκπέμψουμε προς τη συνείδησή μας. Όμως, αν στην απλή εκπομπή των μετρήσεων των αισθημάτων εμείς προσθέτουμε το πάθος των αισθημάτων, την ευαρέσκεια ή τη δυσαρέσκεια, την υπερβολή της νόησης πάνω σ’ αυτό που είναι ή δεν είναι πολύτιμο, οι αισθήσεις διαστρεβλώνονται και η εικόνα που φθάνει στο μυαλό μας στερείται της πραγματικότητας. Είναι μια ψευδαίσθηση ακόμα, στο σχηματισμό της οποίας η Μάγια έχει συνεργαστεί ενεργά. Τώρα πια, δεν βλέπουμε ένα χρώμα: βλέπουμε κάτι που μας ευχαριστεί ή μας δυσαρεστεί. Δεν ακούμε έναν ήχο, όμως υπολογίζουμε μήκος κύματος... Ποιος συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στη λειτουργία των αισθημάτων;

Οι συγκινήσεις και ο νους ή πιο απλά ο νους που χειριζόμαστε εμείς οι άνθρωποι καθημερινά, ο οποίος απέχει πολύ από το να είναι αγνός και διακατέχεται από εγωιστικές συγκινήσεις. Με πολύ σωστό κριτήριο οι παλαιοί έλεγαν ότι «ο νους είναι ο βασιλιάς των αισθημάτων». Αυτός, στην ανθρώπινη «ανωτερότητά» του, φέρεται να κυβερνάει όλα όσα βρίσκονται στην εμβέλειά του μέσα στη ζωτική σφαίρα. Όμως ένας τέτοιος νους είναι αυτός της αβέβαιης ισορροπίας, αυτός που δεν έχει ξεχάσει ακόμα το ζωικό του στάδιο -γι’ αυτό είναι γεμάτος από πάθη- και αυτός που μόλις διακρίνει αμυδρά το ανώτερό του μέλλον. Ένας τέτοιος νους κυβερνάει εγωιστικά: εμφανίζεται να έχει έναν κύριο που είναι το Εγώ μας και μας κολακεύει με τον εγωισμό του, όμως στην πραγματικότητα εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο τη Μάγια.

Είναι μακρύς ο κατάλογος των παγίδων που μπορεί να πέσουν οι άνθρωποι. Και οι παγίδες γίνονται πιο επικίνδυνες, καθώς οι αισθήσεις και ο νους δημιουργούν μια συγκεχυμένη εικόνα του οράματος. Το σώμα μας δεν είναι πια τόσο απλό όπως η πέτρα. Έχει απαιτήσεις που ξεπερνούν το μέγεθός του και τη δυνατότητά του για δράση. Όμως, το πάθος δίνει ζωή σ’ αυτά τα σώματα που εξαντλημένα από την προσπάθεια πεθαίνουν πριν από την ώρα τους και άσχημα. Δεν τρώμε, δεν κοιμόμαστε, δεν πίνουμε, δεν αγαπάμε «σαν ζώα» αλλά πολύ χειρότερα. Η ζωτικότητα των σωμάτων μας είναι υπερβολική και απέχοντας πολύ από το να είμαστε ευτυχισμένοι όπως τα ζώα, τρέχουμε, πνιγόμαστε στον καπνό, ιδρώνουμε, και γυρίζουμε χωρίς νόημα από το τη μια πλευρά στην άλλη, αδιαφορώντας για την υγεία μας για την οποία θα κλάψουμε, όταν πια θα την έχουμε χάσει. Όσον αφορά τις συγκινήσεις, αυτές μας εξουσιάζουν σε τέτοιο σημείο, που προκαλούν μιαν αληθινή ομίχλη.

Όταν αυξάνονται και πληθαίνουν, όταν γίνονται επίμονες και μετατρέπονται σε πάθη, καταντάει αδύνατο να βιώσουμε την ανθρώπινη κατάσταση: καταντάει αδύνατο να σκεφτούμε, να αιτιολογήσουμε, ν’ αναλύσουμε, να ζυγίσουμε, ν’ αποφασίσουμε. Το πάθος τα ζητάει όλα... και τα καταστρέφει επίσης όλα, επωφελούμενο από τις δικές μας δυνάμεις που έχουν στραφεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κι ο νους πιστεύει ότι σκέφτεται, όμως η αδράνεια του υλικού κόσμου που τον έχει παγιδέψει τον κάνει βαρύ και άβουλο.
Ο νους αφήνεται να σκέφτεται. Αφήνεται να επεξεργάζεται γνώμες που είναι στην πραγματικότητα προσχηματισμένες ιδέες, μέχρι ν’ αγκυλωθεί εντελώς. Έτσι, είναι σαν ένα παλιό σκουριασμένο ρολόι, που οι δείκτες του δεν μπορούν πια να κινηθούν, αν και πάντα θα υπάρχει ένας απρόσεκτος που οδηγούμενος από τα εξωτερικά φαινόμενα διαβεβαιώνει ότι πρόκειται για ένα ρολόι.

Όμως σε τι μας εξυπηρετεί ένα ρολόι που δεν δείχνει την ώρα; Και σε τι εξυπηρετεί ένας νους που έχει χάσει την ιδιοφυή ικανότητα να παρατηρεί, να συγκρίνει, να γνωρίζει, να διακρίνει; Στο βάθος αυτού του ανθρώπου, του παγιδευμένου μέσα στην ψευδαίσθηση, στενάζει βουβά ένα αδύναμο πλάσμα, πιο αδύναμο ακόμα κι από το νεαρό νου, το φαντασμένο κι αλαζονικό από την εξουσία του. Είναι η σπίθα του πνεύματος που κάνει προσπάθειες για ν’ ακουστεί...

Είναι το αρχέγονο κάλεσμα που απαιτεί την πραγματοποίηση του πεπρωμένου... Είναι η πραγματικότητα που προσπαθεί να βγάλει το πέπλο της Μάγια από τα τυφλωμένα μάτια... Είναι η αδύναμη φλόγα του πνεύματος που ωστόσο, καθώς είναι αναμμένη, έχει κρυφές δυνάμεις, για να πολλαπλασιαστεί και να γίνει πιο δυνατή απ’ όλες τις ψεύτικες δυνάμεις. Είναι ο αδύνατος ήχος που θα μετατραπεί σε αχό θύελλας.

«Είναι το ρυάκι που προμηνύει το χείμαρρο... ». 

Είναι ο Άνθρωπος. 

http://magazine.nea-acropoli.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=33:2008-10-04-16-39-11&catid=25:-129&Itemid=26

    Blogger Comment
    Facebook Comment

0 blogger-facebook:

Δημοσίευση σχολίου